του Γιώργου Μαυρωτά

Τον Σεπτέμβριο θα γίνει σύμφωνα με τις εξαγγελίες του Υπουργού Παιδείας η διαγραφή περίπου 180,000 «αιώνιων» φοιτητών, δηλαδή αυτών που έχουν συμπληρώσει τα εξάμηνα σπουδών συν 4 ακόμα εξάμηνα. Κάποιοι από τους αναγνώστες θα πουν «επιτέλους» που μπαίνει τέλος σε αυτήν την ελληνική πρωτοτυπία και κάποιοι θα επαναστατήσουν εναντίον του μέτρου. Η αλήθεια είναι ότι αν το δει κάποιος το μέτρο μακροσκοπικά, δύσκολα θα φέρει αντιρρήσεις, αν πάρει όμως το μικροσκόπιο και δει κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις θα πει «μήπως εδώ μπορούμε να κάνουμε κάτι;». Ίσως ναι, για κάποια μεταβατική περίοδο (και ήδη έχουν ληφθεί κάποια μεταβατικά μέτρα όπως οι διπλές εξεταστικές περίοδοι).

Ο λόγος που γίνεται ουσιαστικά το ξεκαθάρισμα των μητρώων των φοιτητών δεν είναι οικονομικός. Οι «λιμνάζοντες» φοιτητές δεν κοστίζουν, καθότι ούτε επιπλέον βιβλία παίρνουν, ούτε πάσο και συνήθως δεν συμμετέχουν στην παρακολούθηση μαθημάτων κι εργαστηρίων. Το μόνο οικονομικό κόστος είναι οι επιπλέον σελίδες και το μελάνι που τυπώνονται στις διάφορες καταστάσεις της γραμματείας. Γιατί λοιπόν να διαγραφούν αφού ουσιαστικά δεν κοστίζουν;

Πιστεύω ότι το πραγματικό κόστος των «αιώνιων» φοιτητών είναι άυλο. Είναι ουσιαστικά η καλλιέργεια μιας νοοτροπίας ότι κάποτε όλοι θα «βγούμε», όλοι θα πάρουμε το «χαρτί». Αυτό οδηγεί σε μια χαλάρωση και σε μια λογική της ήσσονος προσπάθειας και αναπόφευκτα στην απώλεια της στοχοπροσήλωσης κατά τη διάρκεια των σπουδών. Από την εμπειρία μας ξέρουμε όλοι ότι σε οτιδήποτε κι αν κάνουμε, όταν δεν υπάρχουν δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα το αποτέλεσμα τελικά εκφυλίζεται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις σπουδές. Η απόκτηση του «χαρτιού» θα έρθει τελικά βρέξει-χιονίσει, ανεξάρτητα από το τι τελικά αυτό το «χαρτί» θα αντιπροσωπεύει.

Επίσης, ένα άλλο πρόβλημα που υπάρχει με τους λιμνάζοντες φοιτητές είναι ότι νοθεύουν τη μέτρηση των βασικών μεγεθών σε ένα πανεπιστήμιο. Για να βελτιώσεις κάτι πρέπει πρώτα να το μετρήσεις. Και πώς θα μετρήσεις την απόδοση των πανεπιστημίων όταν δεν ξέρεις ουσιαστικά πόσοι είναι οι ενεργοί φοιτητές του; Αυτό ίσως εξυπηρετεί τα πανεπιστήμια, να εμφανίζουν δηλαδή περισσότερους φοιτητές απ’ όσους πραγματικά εκπαιδεύουν, ως άμυνα απέναντι στις πρωτοφανείς περικοπές από την Πολιτεία τα τελευταία χρόνια. Δεν εξυπηρετεί όμως την πραγματική αξιολόγηση των δομών και τον σωστό καταμερισμό των πόρων, καθότι υπάρχουν κάποια πανεπιστήμια με ελάχιστους και άλλα με πολλούς «αιώνιους» φοιτητές.

Περνώντας στην ανθρωπογεωγραφία των «αιώνιων» φοιτητών, από τη δική μου εμπειρία θεωρώ ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες:

  1. Αυτοί που από λάθος μπήκαν σε μια σχολή που δεν τους ενδιέφερε τελικά και αποφάσισαν να τα βροντήξουν χωρίς να πάρουν το «χαρτί» (εδώ θα πρέπει να δούμε τα θέματα διασχολικής κινητικότητας των φοιτητών ώστε μια ανέτοιμη απόφαση στα 18 τους χρόνια να μην τους σφραγίζει τη ζωή, αυτό όμως είναι ένα άρθρο από μόνο του)
  2. Αυτοί που αναγκάστηκαν να αφήσουν σε δεύτερη μοίρα τα μαθήματα γιατί έπρεπε να δουλεύουν (κυρίως στα μεγαλύτερα εξάμηνα). Προσπαθούν να κρατούν επαφή με τη Σχολή περνώντας φιλότιμα κάθε τόσο κάποια μαθήματα.
  3. Τέλος, στην τρίτη και μεγαλύτερη κατηγορία υπάρχουν οι φοιτητές που δεν έχουν καμία πίεση να τελειώσουν και αναβάλλουν απλώς την έξοδο σε μια δύσκολη πραγματικότητα, παρατείνοντας τη φοιτητική τους ζωή. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι περισσότεροι συνδικαλιστές/φοιτητές, που όπως είναι φυσικό θέλουν να δώσουν παράταση σε μια προβεβλημένη γι αυτούς δραστηριότητα. Κι όπως είναι φυσικό η τρίτη κατηγορία «ταμπουρώνεται» πίσω από τα λογικά επιχειρήματα της δεύτερης, προκειμένου να μπουν όλοι οι «αιώνιοι» φοιτητές κάτω από το ίδιο καπέλο, αυτό του εργαζόμενου φοιτητή.

Όπως καταλαβαίνετε η δεύτερη κυρίως κατηγορία «αιώνιων» φοιτητών είναι αυτή στην οποία πρέπει να εστιάσουμε και να βρούμε λύσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του νόμου 4009/2011 ένας φοιτητής που εργάζεται αποδεδειγμένα τουλάχιστον 20 ώρες την εβδομάδα μπορεί να εγγραφεί ως φοιτητής μερικής φοίτησης και να διπλασιάσει τον χρόνο των σπουδών του (αν είναι 5ετείς οι σπουδές όπως είναι στο Πολυτεχνείο να μπορεί να τελειώσει στα 10 χρόνια). Επίσης μπορεί να διακόψει προσωρινά τη φοίτησή του αν συντρέχουν λόγοι προκειμένου να μην προσμετρούνται τα χρόνια αυτά στον χρόνο σπουδών του. Οι συγκεκριμένες προβλέψεις του νόμου ίσως και να χρειάζονται βελτιώσεις που θα προκύψουν από την παρακολούθηση της εφαρμογής του, ώστε αφενός να εξυπηρετούν όσους τις έχουν πραγματικά ανάγκη και αφετέρου να μην αφήνουν παραθυράκια σε όσους θέλουν να τις καταχραστούν.

Κακά τα ψέματα, η βελτίωση των ελληνικών πανεπιστημίων δεν στηρίζεται στη διαγραφή των «αιώνιων» φοιτητών. Μάλλον προηγούνται άλλα πράγματα που πρέπει να γίνουν. Η θέσπιση όμως ενός ανώτατου χρονικού ορίου σπουδών είναι στη σωστή κατεύθυνση στον μακρύ δρόμο του εξορθολογισμού των πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Είναι ένα απαραίτητο σινιάλο ότι κάτι έχουμε αποφασίσει να αλλάξουμε ως κοινωνία στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ότι βλέπουμε τα πανεπιστήμια σαν κέντρα δημιουργίας και μετάδοσης της γνώσης κι όχι σαν ένα πολυετές πάρκινγκ των καλύτερων νέων μυαλών μας που υπνωτίζονται από το γεγονός ότι άπαξ και μπήκαν αργά ή γρήγορα θα βγουν νομοτελειακά με το πολυπόθητο «χαρτί» στο χέρι.

Πηγή: protagon.gr